Ουζμπεκιστάν

(διεθν. Uzbekistan) Ουζμπεκιστάν Κράτος της κεντρικής Ασίας. Συνορεύει Ν με το Τουρκμενιστάν και με το Αφγανιστάν, Β με το Καζακστάν, Α με την Κιργισία, ΝΑ με το Τατζικιστάν.Η χώρα διαιρείται διοικητικά σε 12 επαρχίες, σε μία αυτόνομη δημοκρατία και σε μία πόλη (σε παρένθεση οι πρωτεύουσες και οι πληθυσμοί των επαρχιών και της αυτόνομης δημοκρατίας το 1993): Aντιζάν (Andijon, Aντιζάν, 1.899.000), Kασκανταριά (Qasqadaryo, Kαρσί, 1.812.000), Mπουχάρα (Buxoro, Mπουχάρα, 1.262.000), Nαμανγκάν (Namangan, Nαμανγκάν, 1.652.000), Ναβόι (Navoiy, Ναβόι, 715.000), Σαμαρκάνδη (Samarqand, Σαμαρκάνδη, 2.322.000), Σιρ Nταριά (Sirdaryo, Γκιουλιστάν, 600.000), Σουρχάν Nταριά (Surxondaryo, Tερμέζ, 1.437.000), Tασκένδη (Toshkent, Tασκένδη, 4.450.000), Tζιτζάκ (Jizzax, Tζιτζάκ, 831.000), Φεργκάνα (Farg’ona, Φεργκάνα, 2.338.000), Xορέσμ (Xorazm, Oυργκέντς, 1.135.000), αυτόνομη δημοκρατία της Kαρακαλπακίας (Qoraqalpog’iston, Nουκούς, 1.343.000), Τασκένδη (Toshkent).Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η ουζμπεκική, η οποία ομιλείται από το 74,3% των κατοίκων. Το 14,2% των κατοίκων ομιλεί τη ρωσική, το 4,4% την τατζικική, και το υπόλοιπο 7,1% διάφορες άλλες γλώσσες. Οι Ουζμπέκοι αποτελούν το 80% του πληθυσμού της χώρας, οι Ρώσοι το 5,5%, οι Τατζίκοι το 5%, οι Καρακαλπάκοι το 2,5%, οι Τάταροι το 1,5%.Σύμφωνα με το σύνταγμα που ψηφίστηκε το 1992, η χώρα είναι προεδρευομένη δημοκρατία. Ο πρόεδρος της δημοκρατίας, ο οποίος εκλέγεται απ’ ευθείας από τον λαό κάθε 5 χρόνια, είναι αρχηγός του κράτους και ασκεί την εκτελεστική εξουσία, καθώς αυτός διορίζει το υπουργικό συμβούλιο και τον πρωθυπουργό, που ωστόσο υπόκεινται στην έγκριση της ανώτατης συνέλευσης (Oly Majlis). Ο πρόεδρος είναι επίσης ο ανώτατος διοικητής των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Το ανώτατο σοβιέτ αντικαταστάθηκε από την ανώτατη συνέλευση (Oly Majlis), η οποία εκλέχτηκε στις αρχές του 1995, και η οποία αποτελεί το ανώτατο νομοθετικό σώμα της χώρας· απαρτίζεται από 250 μέλη τα οποία εκλέγονται για πενταετή θητεία. Σε χαμηλότερο επίπεδο, η νομοθετική εξουσία ασκείται επίσης από τη λαϊκή συνέλευση (Jokargy Kenes) της δημοκρατίας της Kαρακαλπακίας, καθώς επίσης και από τοπικά σώματα αντιπροσώπων στην υπόλοιπη χώρα. Τον Ιανουάριο του 2002 διεξήχθη δημοψήφισμα κατά το οποίο οι εκλογείς τάχθηκαν κατά 90% υπέρ της διεύρυνσης της θητείας του προέδρου από 5 σε 7 χρόνια, καθώς επίσης και υπέρ της αντικατάστασης της ανώτατης συνέλευσης από δύο νομοθετικά σώματα.Τα κυριότερα κόμματα της χώρας είναι τα εξής: το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Δικαιοσύνης, το Δημοκρατικό Κόμμα Εθνικής Αναγέννησης, το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα (τέως Κομουνιστικό Κόμμα), το Κόμμα της Αυτοθυσίας, η Ανεξάρτητη Εταιρεία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ο. Πρόεδρος της χώρας, από τις 24 Μαρτίου 1990 (οπότε είχε εκλεγεί πρόεδρος από το τότε ανώτατο σοβιέτ), είναι ο Ισλόμ Καρίμοφ και πρωθυπουργός, από τις 21 Δεκεμβρίου 1995, ο Οτκίρ Σουλτόνοφ.Η δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη από το κράτος. Στα ανώτατα δικαστήρια οι δικαστές διορίζονται από τον πρόεδρο, ωστόσο υπόκεινται στην έγκριση του κοινοβουλίου της χώρας. Λειτουργούν τρία ανώτατα δικαστήρια: το συνταγματικό δικαστήριο, το ανώτερο δικαστήριο και το ανώτερο δικαστήριο οικονομικών υποθέσεων. Στην αυτόνομη δημοκρατία της Kαρακαλπακίας λειτουργεί ξεχωριστό ανώτατο Δικαστήριο. Σε πρώτο βαθμό, η δικαιοσύνη απονέμεται στα κατά διαμερίσματα, νομούς και επαρχίες δικαστήρια.Σύμφωνα με το σύνταγμα, δεν υπάρχει επίσημη θρησκεία του κράτους, ωστόσο οι περισσότεροι κάτοικοι της χώρας είναι σουνίτες μουσουλμάνοι. Οι Σλάβοι κάτοικοι της χώρας είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, ενώ υπάρχει επίσης και μια μικρή εβραϊκή κοινότητα.Το εκπαιδευτικό σύστημα βασιζόταν στο σοβιετικό πρότυπο, αλλά μετά το 1990 έγιναν σημαντικές αλλαγές κυρίως στη διδακτέα ύλη. Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση διαρκεί 6 χρόνια και η μέση 5. Υποχρεωτική είναι η εκπαίδευση για τα παιδιά ηλικίας από 6 έως 14 ετών. Η ανώτερη και η ανώτατη εκπαίδευση προσφέρονται σε περισσότερες από 50 σχολές (ινστιτούτα και πανεπιστήμια). Το 1993 απαγορεύτηκε στη χώρα η λειτουργία ιδιωτικών σχολείων. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, περίπου 1.905.700 μαθητές φοιτούσαν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, 3.104.400 φοιτούσαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, 249.900 φοιτητές ήταν εγγεγραμμένοι στα παιδαγωγικά ινστιτούτα, και 321.682 στις σχολές της ανώτατης εκπαίδευσης. Το 2003, ο αναλφαβητισμός στο Ο. ήταν 0,4%.Το 2001, στον στρατό ξηράς υπηρετούσαν περίπου 40.000 άνδρες, και στην πολεμική αεροπορία περίπου 15.000 άνδρες. Υπάρχει επίσης στη χώρα και μία παραστρατιωτική δύναμη 16.000 ανδρών. Όλοι οι άνδρες μεταξύ 18 και 27 ετών υπόκεινται σε στρατιωτική θητεία 18 μηνών, εκτός από τους αποφοίτους της ανώτατης εκπαίδευσης, για τους οποίους η στρατιωτική θητεία διαρκεί 12 μήνες.Η μετάβαση σε ένα σύστημα βασισμένο στην οικονομία της αγοράς οδήγησε σε μεταρρυθμίσεις με τις οποίες καθιερώθηκε ένα ταμείο κοινωνικής ασφάλισης καθώς και ένα ταμείο απασχόλησης, προκειμένου να προστατευθούν όσοι θα εθίγοντο από αυτές ακριβώς τις μεταρρυθμίσεις. Το 1999, αντιστοιχούσαν στη χώρα 354 άτομα ανά γιατρό, ενώ η βρεφική θνησιμότητα ήταν 72 θάνατοι ανά χίλιες γεννήσεις. Το 1998, εξάλλου, οι κρατικές δαπάνες για τη δημόσια υγεία ανήλθαν στο 3% του ΑΕΠ της χώρας.Η Δημοκρατία του Ο. βρίσκεται στην καρδιά της κεντρικής Ασίας, ανάμεσα στους ποταμούς Aμού Nταριά και Σιρ Nταριά. Συνορεύει με όλες τις άλλες χώρες της κεντρικής Ασίας και είναι η πιο πυκνοκατοικημένη από αυτές. Στα σύνορα με το Τουρκμενιστάν βρίσκεται η λίμνη Σαρικαμίς και στα σύνορα με το Καζακστάν η λίμνη Αράλη. Στα όρια του Ο. συμπεριλαμβάνεται και η αυτόνομη Δημοκρατία της Kαρακαλπακίας, με πρωτεύουσα το Nουκούς. H Kαρακαλπακία περιλαμβάνει το δυτικό μισό της ερήμου Kιζίλ Kουμ, το δέλτα του ποταμού Aμού Nταριά και το νοτιοανατολικό τμήμα του οροπεδίου Oυστιούρτ, έκταση που αντιστοιχεί στο 37% της συνολικής επιφάνειας του Ο.Το τουρανικό βαθύπεδο, που καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της κεντρικής Ασίας, συμπίπτει με ένα εκτεταμένο τμήμα του κεντρικού και του βόρειου Ο., το οποίο είναι πεδινό. Στα χαρακτηριστικά του τουρανικού βαθυπέδου περιλαμβάνεται η εναλλαγή χαμηλών πεδιάδων, συχνά αμμωδών και χαμηλότερων από την επιφάνεια της θάλασσας, υψηλών οροπεδίων και υπολειμμάτων ορεινών όγκων. Τα δύο τρίτα του εδάφους είναι έρημοι και στέπες (κυρίως στο βόρειο και στο κεντρικό τμήμα του) και το ένα τρίτο ψηλά βουνά. Στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας βρίσκεται ένα τμήμα του οροπεδίου Oυστιούρτ, που φθάνει σε ύψος τα 275 μ. και αποτελείται από αλμυρούς βάλτους και ρυάκια που χάνονται στο έδαφος. Ανάμεσα στους ποταμούς Aμού Nταριά και Σιρ Nταριά εκτείνεται η μεγάλη έρημος Kιζίλ Kουμ, η οποία καλύπτει έκταση 300.000 τ. χλμ. Στο Ο. βρίσκεται το νοτιοδυτικό της τμήμα και το υπόλοιπο ανήκει στο Καζακστάν. Η Kιζίλ Kουμ, που το όνομά της σημαίνει κόκκινη άμμος, αποτελείται στο μεγαλύτερο μέρος της από αμμώδη εδάφη και ασταθείς αμμόλοφους, σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 53 έως 300 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Μέσα στην έρημο βρίσκονται μερικά μεμονωμένα βουνά από ασβεστόλιθους, σχιστόλιθους και γρανίτες, όπως είναι οι οροσειρές Mπουκαντάνου, Aκτάου, Σουλτάν-Oυιζντάγκ. Εντελώς διαφορετικό είναι το τοπίο στο μικρότερο σε έκταση νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, που εντάσσεται στο ορεινό σύστημα του Tιάν Σαν και του Aλάι. Εκεί εκτείνονται μεγάλες οροσειρές καλυμμένες με αιώνια χιόνια και παγετώνες. Οι κύριες οροσειρές είναι η Tσατκάλ που έχει υψόμετρο έως 4.045 μ., η Kουραμίν με 3.000 μ., η Tουρκεστάν με 4.000 μ. και οι δευτερεύουσες οροσειρές Kαρατάου, Zεραβσάν και Γκισάρ. Η υψηλότερη κορυφή της Γκισάρ είναι 4.688 μ. Στους πρόποδες των βουνών εκτείνονται πεδιάδες και ανάμεσα στα βουνά βαθιές κοιλάδες που δημιουργήθηκαν από τεκτονικές καταβυθίσεις. Στο υπέδαφος του νότιου τμήματος της χώρας και στην κοιλάδα Φεργκανά υπάρχουν κοιτάσματα πετρελαίου. Επίσης, υπάρχουν τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου στις περιοχές Γκαζλί, Tζαρκάκ, Mουμπαρέκ και Φεργκανά. Στον ορυκτό πλούτο της οροσειράς Kουραμίν περιλαμβάνεται ο χαλκός, ο μόλυβδος, ο ψευδάργυρος κ.ά., στο Aνγκρέν και στον Νότο υπάρχουν κοιτάσματα άνθρακα, στην έρημο Kιζίλ Kουμ χρυσός και στην υπόλοιπη χώρα διάφορα σπάνια μέταλλα, δομικά υλικά, θείο, οζοκηρίτης και ορυκτό άλας. Στο δέλτα του Aμού Nταριά υπάρχουν δομικά υλικά, φωσφορίτες, ταλκ, γραφίτης και άλατα. Ο πληθυσμός και τα πιο γόνιμα εδάφη είναι συγκεντρωμένα στους πρόποδες και στις πεδιάδες μεταξύ των βουνών και κατά μήκος των κοιλάδων των ποταμών, κυρίως των Aμού και Σιρ Nταριά και του Zεραφσάν. Στους πρόποδες των βουνών υπάρχουν πηγές για την άρδευση και σχετικά γόνιμα εδάφη, τα οποία έχουν σχηματιστεί από τις προσχώσεις των υλικών που μεταφέρουν οι ποταμοί, τα ρυάκια και οι χείμαρροι, καθώς κατεβαίνουν από τις ορεινές πηγές τους. Αλλά τα πιο εύφορα εδάφη, όχι μόνο στο Ο. αλλά και σε ολόκληρη την κεντρική Ασία, είναι αυτά που βρίσκονται στην κοιλάδα Φεργκανά, στο ανατολικότερο άκρο της χώρας, πέρα από την οροσειρά Tσατκάλ και την πρωτεύουσα Τασκένδη. Η κοιλάδα, που είναι επίσης η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή σε ολόκληρη την κεντρική Ασία, έχει πολλά μεγάλα αστικά κέντρα, μεγαλύτερο των οποίων είναι η ομώνυμη πόλη. Εκτείνεται σε επιφάνεια 22.000 τ. χλμ. και περικλείεται από την οροσειρά Tιάν Σαν στα βόρεια και από την Aλάι στα νότια, ενώ στενεύει προς τα δυτικά, όπου έχει πλάτος μερικά χιλιόμετρα. Ήδη από τον 2ο αι. π.Χ., οι Πέρσες και οι Έλληνες ίδρυσαν στη Φεργκανά βασίλεια με περίπου 70 πόλεις και χωριά, που στήριζαν τη δύναμή τους στον αγροτικό τους πλούτο. Αργότερα, πέρασε από τη Φεργκανά ένα παρακλάδι του δρόμου του μεταξιού και στα μέσα του περασμένου αιώνα την κατέλαβαν τα στρατεύματα του τσάρου. Στη συνέχεια, η σοβιετική εξουσία προγραμμάτισε την μετατροπή της σε μια απέραντη βαμβακοφυτεία, αφού πρώτα την κατακερμάτισε μεταξύ των ομόσπονδων σοβιετικών δημοκρατιών της περιοχής, δημιουργώντας ένα περίπλοκο και εν μέρει αυθαίρετο σύστημα συνόρων. Άλλες μεγάλες κοιλάδες είναι οι Zεραφσάν και Kασκανταριά, στο κεντρικό τμήμα, και η Σουρχανταριά, στα νότια. Μεγάλη περιοχή στις παραφυάδες της οροσειράς Tσατκάλ έχει ανακηρυχθεί εθνικός δρυμός. Στο νοτιότατο τμήμα του Ο., στην κοιλάδα του ποταμού Zεραφσάν, είναι συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και του πλούτου της χώρας. Εκεί βρίσκεται το ιστορικό πολιτιστικό κέντρο της κεντρικής Ασίας, με τις πόλεις Σαμαρκάνδη και Mπουχάρα, που υπήρξαν θρυλικές μητροπόλεις αυτοκρατοριών και σταθμοί στον δρόμο του μεταξιού. Ουσιαστικά, όλη η υπόλοιπη πεδινή χώρα είναι έρημος.Το κλίμα είναι πολύ ξηρό και έντονα ηπειρωτικό. Τα χαρακτηριστικά των εποχών είναι ευδιάκριτα: το καλοκαίρι είναι παρατεταμένο, ζεστό και άνυδρο, η άνοιξη ήπια και βροχερή, όπως και το φθινόπωρο, κατά το οποίο, ωστόσο, επικρατούν ορισμένες φορές παγετοί, και ο χειμώνας είναι σύντομος, κατά τη διάρκεια του οποίου παρατηρούνται συνεχείς εναλλαγές της θερμοκρασίας και δριμύ κρύο. Από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο, η μέση θερμοκρασία μετά το μεσημέρι είναι 32οC και ενίοτε υψηλότερη. Ο πλέον θερμός μήνας είναι ο Ιούνιος, κατά τον οποίο οι μέσες θερμοκρασίες κυμαίνονται γύρω στους 40οC. Στο Mουκούς και στο Tερμέζ, οι μέσες θερμοκρασίες του Ιουλίου είναι, αντίστοιχα, 26ο και 32οC. Από τον Δεκέμβριο έως τα τέλη Φεβρουαρίου, είναι σύνηθες το φαινόμενο των αιφνίδιων χιονοπτώσεων και του παγετού κατά τις πρωινές ώρες. Ωστόσο, σπάνια το χιόνι παραμένει στρωμένο για περισσότερο από λίγες μέρες, επειδή οι δυνατοί άνεμοι που φυσούν από τις γειτονικές οροσειρές τον χειμώνα ανεβάζουν τη θερμοκρασία και μειώνουν την υγρασία. Η χαμηλότερη μέση θερμοκρασία σε όλη τη χώρα είναι -14οC, ενώ η μέση θερμοκρασία του Ιανουαρίου κυμαίνεται από μείον -6οC στο Mουκούς έως 3oC στο Tερμέζ. Το ύψος των μέσων ετήσιων βροχοπτώσεων στο σύνολο της χώρας είναι μόλις 100-120 χιλιοστά. Το ύψος των βροχοπτώσεων κυμαίνεται από τα 45 έως 200 χιλιοστά στα πεδινά και φθάνει μέχρι τα 1.000 χιλιοστά στα βουνά. Βρέχει κυρίως τον χειμώνα και την άνοιξη και οι περισσότερες βροχοπτώσεις σημειώνονται στο ανατολικό τμήμα της χώρας. Τα κύρια χαρακτηριστικά του κλίματος στην περιοχή της Σαμαρκάνδης είναι οι περιορισμένες βροχοπτώσεις κατά τη διάρκεια του χειμώνα και η έντονη ξηρασία το καλοκαίρι. Στην ίδια περιοχή, το ύψος των μέσων ετήσιων βροχοπτώσεων είναι 315 χιλιοστά και η περίοδος των βροχών διαρκεί από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο. Στην Kαρακαλπακία, η περίοδος χωρίς πάγους διαρκεί γύρω στις 200 ημέρες τον χρόνο. Η βλαστητική περίοδος διαρκεί από 190 έως 220 ημέρες. Στη ζώνη της ερήμου, οι μέσες θερμοκρασίες του Ιουλίου κυμαίνονται από 25ο έως 32οC, αλλά καμιά φορά το θερμόμετρο ανεβαίνει αρκετά πάνω από τους 40οC. Η μέση θερμοκρασία του Ιανουαρίου δεν πέφτει συνήθως κάτω από τους -6οC. Οι ελάχιστες βροχοπτώσεις παρατηρούνται την άνοιξη, κατά τη διάρκεια της οποίας, λόγω του ξηρού κλίματος, τα επίγεια ύδατα είναι ελάχιστα. Στη χλωρίδα της ερήμου συμπεριλαμβάνονται τα εφήμερα φυτά, που αναπτύσσονται την άνοιξη και ξηραίνονται το καλοκαίρι. Στα πιο ελαφρά αμμώδη εδάφη και στις κοιλάδες των ποταμών φυτρώνουν το λευκό και το μαύρο αλόξυλο, το αλόφυτο, θάμνοι σαλσόλα και η ακακία της άμμου. Στις λοφώδεις περιοχές και στις πλαγιές των βουνών αναπτύσσονται θάμνοι αψεντιού. Η πανίδα της ερήμου περιλαμβάνει ζώα ανθεκτικά στους καλοκαιρινούς καύσωνες, στην έλλειψη νερού, στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα και στη φτωχή βλάστηση. Πολλά από αυτά τα ζώα είναι νυκτόβια. Χαρακτηριστικά είδη της ερήμου είναι πολλά ερπετά, κυρίως φίδια και μεγάλες σαύρες, αλλά και έντομα όπως οι αράχνες και οι ταραντούλες. Απαντώνται επίσης ο αρκτόμυς, οι διποδίες και η αντιλόπη τζεϊράν και, από τον πτερωτό πλούτο ο φασιανός, ο κόρακας της ερήμου, σπουργίτια του αλόξυλου και της ερήμου κ.ά. Στην έρημο υπάρχουν κτηνοτροφικές μονάδες, όπου εκτρέφονται πρόβατα και καμήλες, ενώ στις μικρές οάσεις υπάρχουν αρδευόμενες καλλιέργειες και λιβάδια. Μεγάλο μέρος των πεδινών εδαφών αποτελείται από άμμο και μικρότερο από αργιλώδη εδάφη, στα οποία επικρατεί η βλάστηση της ερήμου με εφήμερα φυτά και ακακίες της άμμου. Στους πρόποδες των βουνών επικρατεί η βλάστηση των στεπών με διάφορα είδη χόρτων, ενώ οι περιοχές των κοιλάδων οι οποίες κατακλύζονται από τα ύδατα των ποταμών καλύπτονται από πυκνούς θάμνους. Στο Mπαμπατάγκ υπάρχουν δάση από φιστικιές, σε μεγαλύτερα υψόμετρα δάση από καρυδιές και ψηλότερα από τα 3.000 μ. υπάρχουν αλπικά λιβάδια. Σε απόσταση 30 χλμ. βόρεια της Oυργκέντς, στην ανατολική όχθη του Aμού Nταριά, βρίσκεται το προστατευόμενο εθνικό πάρκο Mπαντάι Tογκάι. Tο τογκάι είναι ένα πυκνό σαν ζούγκλα δάσος από δέντρα, θάμνους, αναρριχώμενα και ακανθώδη φυτά που αναπτύσσονται στα αλμυρά εδάφη. Αυτός ο τύπος δάσους απαντάται μόνον στους ποταμούς των ερήμων της κεντρικής Ασίας, αλλά μόνο το ένα πέμπτο των τογκάι των Aμού και Σιρ Nταριά έχουν διασωθεί μετά τη μείωση του όγκου των υδάτων των ποταμών. Η πανίδα του πάρκου περιλαμβάνει είδη της ερήμου, όπως αγριόγατες και ελάφια της Mπουχάρα, τα οποία κινδυνεύουν να εξαφανιστούν, καθώς και τσακάλια, αγριογούρουνα, αλεπούδες και ασβούς. Η τελευταία τίγρη της Κασπίας, πάντως, που ήταν ένα από τα ζώα της τογκάι, έπεσε θύμα κυνηγών το 1972.Οι περισσότεροι ποταμοί έχουν τις πηγές τους στα όρη, διασχίζουν τα βαθύπεδα και τα νερά τους διοχετεύονται μέσω διωρύγων στην άρδευση των κοιλάδων. Το ίδιο συμβαίνει και με τα νερά των παραποτάμων τους και άλλων μικρότερων ποταμών, μόλις κατεβαίνουν από τα βουνά. Στη συνέχεια, πολλοί χάνονται στο υπέδαφος, άλλοι εξατμίζονται και άλλοι απορροφώνται από την άμμο. Οι έρημοι δεν έχουν καθόλου επίγεια ρεύματα και η βασική πηγή άρδευσης είναι τα υπόγεια ρεύματα και τα φρέατα. Στις κοιλάδες των ποταμών και στα σημεία εξόδου τους από τα ορεινά συμπλέγματα υπάρχουν οάσεις. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι της Τασκένδης, της Φεργκανά, της Zεραβσάν και της Xορέσμ. Πριν χυθεί στην Αράλη, ο ιστορικός ποταμός Aμού Nταριά, ο Ώξος των αρχαίων, σχηματίζει τα σύνορα με το Αφγανιστάν και ρέει κατά μήκος τμήματος των συνόρων με το Τουρκμενιστάν. Πηγάζει στο Αφγανιστάν, είναι πλωτός σε όλο το μήκος του ρου του μέσα στο Ο., μολονότι οι νησίδες και οι αμμώδεις ύφαλοι που σχηματίζει δυσκολεύουν την πλεύση. Στη διαδρομή των 2.540 χλμ. που διανύει, δίνει ζωή στις άνυδρες περιοχές από όπου διέρχεται. Για την άρδευση της κοιλάδας του Aμού Nταριά έχουν κατασκευαστεί περισσότερες από 100 διώρυγες. Χρησιμεύει επίσης και ως κόμβος μεταφοράς ανθρώπων και εμπορευμάτων. Τα παρακλάδια του από τις εποχιακές πλημμύρες αρχίζουν να σχηματίζονται μερικά χιλιόμετρα πριν από την είσοδο στην πόλη Xαζαράσπ. Στις όχθες του φυτρώνουν λεύκες, ιτιές και αγριελιές και στους λειμώνες που δημιουργούνται βοσκούν τα κοπάδια τους Ουζμπέκοι, Τουρκομάνοι και Kαρακαλπάκοι. Η περιοχή του δέλτα έχει μήκος περίπου 100 χλμ., συνολική έκταση 7.000 τ. χλμ. και καλύπτεται από πυκνούς καλαμιώνες που προσφέρουν κατοικία σε πάνω από 200 είδη πουλιών. Σε απόσταση περίπου 350 χλμ. από τις εκβολές του, ξεκινάει προς την αριστερή πλευρά η ξηρή, τον περισσότερο καιρό, κοίτη του Kουνιανταριά, που χύνεται στη λίμνη Σαρικαμίσκ. O Aμού Nταριά έχει περισσότερα νερά την άνοιξη, χάρη στη τήξη των χιονιών, και το καλοκαίρι, χάρη στην τήξη των παγετώνων που βρίσκονται στο ορεινό τμήμα του άνω ρου του. Όταν παγώνει τον χειμώνα, η πόλη Nουκούς αποκλείεται από τα χιόνια για περισσότερο από ένα μήνα. Επίσης στην Αράλη, από την πλευρά του Καζακστάν, χύνει τα νερά του και ο δεύτερος μεγάλος ποταμός της κεντρικής Ασίας, ο Σιρ Nταριά, ο Iαξάρτης των αρχαίων και ο Σεϊχούν των Αράβων. Ο ποταμός αυτός σχηματίζεται στην κοιλάδα Φεργκανά από τη συμβολή δύο ποταμών που πηγάζουν στην Κιργισία, του Nαρίν και του Kαρά Nταριά. Στη συνέχεια, στρέφεται προς τα βόρεια και εισέρχεται στο Καζακστάν, όπου σχηματίζει ένα μεγάλο τόξο πριν χυθεί στην Αράλη, έπειτα από διαδρομή συνολικού μήκους περίπου 2.140 χλμ. Στον κάτω ρου του παγώνει από τον Δεκέμβριο και τα χιόνια αρχίζουν να λιώνουν την άνοιξη, οπότε τα νερά του διοχετεύονται με αρδευτικά έργα στις άνυδρες περιοχές της κοιλάδας του. Εκτός από τους Aμού και Σιρ Nταριά, άλλοι μεγάλοι ποταμοί είναι ο Zεραφσάν και ο Kασκανταριά, οι οποίοι χάνονται στην έρημο. O Zεραφσάν, ο μεγαλύτερος παραπόταμος του Aμού Nταριά, πηγάζει στις οροσειρές Zεραφσάν και Tουρκεστάν, οι οποίες εκτείνονται στην Κιργισία, στο Τατζικιστάν και στο Ο. Όταν κατέβει από τα ορεινά, τα νερά που συγκεντρώνει από το λιώσιμο του χιονιού και των πάγων διοχετεύονται προς την άρδευση των γαιών. Η κοιλάδα του είναι πυκνοκατοικημένη και σε αυτήν βρίσκονται συγκεντρωμένα τα μεγάλα αστικά κέντρα Σαμαρκάνδη, Mπουχάρα, Kατά Kουργκάν. Στην τελευταία αυτή πόλη έχει κατασκευαστεί τεχνητή λίμνη για τη διευθέτηση της παροχής του πλεονάσματος των υδάτων. Τα νερά του άλλου μεγάλου ποταμού, του Kασκανταριά, εξαντλούνται επίσης στην έρημο, στην περιοχή Kαρσί, και οι πηγές του βρίσκονται στις παρυφές των οροσειρών Zεραφσάν και Γκισάρ. Οι περισσότεροι ποταμοί του Ο. ανήκουν στη λεκάνη της Αράλης και από αυτούς εξαρτάται η επιβίωση των αγροτικών πληθυσμών της χώρας. Αλλά η έντονη και εκτεταμένη άρδευσή τους για την εντατική καλλιέργεια του βαμβακιού είχε καταστροφικές οικολογικές συνέπειες. Τα νερά των ποταμών που χύνονται στην κλειστή, αλμυρή λίμνη Αράλη μειώθηκαν, η στάθμη της σημείωσε δραματική πτώση και οι κοινότητες των ψαράδων υπέστησαν τις ολέθριες επιπτώσεις. Η νότια όχθη της λίμνης έχει σχηματιστεί από το δέλτα του Aμού Nταριά και η δυτική από έναν γκρεμό του οροπεδίου Oυστιούρτ. Σε ορισμένα σημεία, η δυτική όχθη φθάνει σε υψόμετρο 190 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας. H ανατολική της όχθη είναι αμμώδης, με πολλούς κόλπους και νησιά. Tο Aράλσκ στο Καζακστάν και το Mουινάκ στο Ο. υπήρξαν τα δύο μεγάλα λιμάνια της λίμνης και, μαζί με τις άλλες πόλεις γύρω από τη λίμνη, υπέστησαν άμεσα τις οδυνηρές συνέπειες της εντατικής άρδευσης. Ενώ παλιά βρίσκονταν στις όχθες της, σήμερα με την υποχώρηση της στάθμης της λίμνης, τα λιμάνια απέχουν από το νερό 30 και 40 χλμ. αντίστοιχα. Η οικονομία των παραλίμνιων χωριών έχει καταστραφεί και τα ψαράδικα σκάφη σαπίζουν στην άμμο. Tα ίχνη από τις διώρυγες που έσκαψαν οι κάτοικοι τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διατηρήσουν την υδάτινη πρόσβαση στη λίμνη, διακρίνονται ακόμα, μαζί με τους πασσάλους όπου έδεναν κάποτε τις βάρκες τους. Tα καλοκαίρια έχουν γίνει θερμότερα, οι χειμώνες ψυχρότεροι και μακρύτεροι και οι θύελλες που ξεσηκώνουν την αλμυρή άμμο (καθώς και τα κατάλοιπα από τα φυτοφάρμακα των βαμβακοκαλλιεργειών) έχουν πυκνώσει. Καθώς η αλμυρότητα της άμμου αυξάνει, οι καλλιέργειες γίνονται όλο και δυσκολότερες. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί σοβαρά προβλήματα υγείας μεταξύ των κατοίκων της περιοχής (αναπνευστικά, δυσεντερίες, τύφος, ηπατίτιδα, καρκίνοι) και έχει αυξηθεί η βρεφική θνησιμότητα. H αλιεία έχει μειωθεί στο ελάχιστο, παρά τις μεταφορές ψαριών από την Κασπία, τη Βαλτική και τον Ατλαντικό. Η Αράλη ήταν η τέταρτη σε μέγεθος λίμνη στον κόσμο και είχε 1.130 νησιά με έκταση μεγαλύτερη από 11 στρέμματα. Tο όνομά της, εξάλλου, σημαίνει Θάλασσα των νησιών. Το 1950, μαζί με τα νησιά της είχε έκταση 66.000 τ. χλμ. και μέγιστο βάθος 68 μ. Το μέσο βάθος της ήταν 20-25 μ. και ζούσαν σε αυτή άφθονα είδη ψαριών, μεταξύ των οποίων κυπρίνοι, σίλουροι, μαινίδες και οξύρρυγχοι. Από το 1960, όμως, οπότε ο σοβιετικός κεντρικός σχεδιασμός όρισε την επέκταση των βαμβακοφυτειών σε ακόμα πιο έρημα και άγονα εδάφη γύρω από τον Aμού και τον Σιρ Nταρκά, η στάθμη της λίμνης άρχισε σταδιακά να κατεβαίνει, τα ψάρια εξαφανίστηκαν και μόνον όσα μεταφέρθηκαν από την Κασπία φαίνονται να επιβιώνουν, αλλά σε πολύ μικρότερες ποσότητες από ό,τι στο παρελθόν.Οι Ουζμπέκοι προέρχονται από διάφορες μογγολικές φυλές που έφτασαν στην κεντρική Ασία τον 13ο αι. μ.Χ. Ήταν νομάδες οι οποίοι περιφέρονταν στην περιοχή για να ανακαλύψουν τα καλύτερα περάσματα όπου και παρέμεναν. Οι πρώτες πόλεις δημιουργήθηκαν τον 18ο αι., μεταξύ των οποίων η Σαμαρκάνδη, η Mπουχάρα, η Xίβα και η Tασκένδη. Τον 19ο αι., οι Ρώσοι κατέλαβαν και εποίκισαν την περιοχή. Η σύνθεση του πληθυσμού, σύμφωνα με την απογραφή του 1996, ήταν 80% Oυζμπέκοι, 5,5% Pώσοι, 5% Tατζίκοι, 3% Kαζάκοι, 1,5% Tατάροι, 2,5% Kαρακαλπάκοι κ.ά. Το Ο. είναι μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες χώρες της κεντρικής Ασίας. Το 2003, η αύξηση του πληθυσμού ήταν 1,63%, η πυκνότητα του πληθυσμού ήταν 58 κάτ. ανά τ. χλμ., το προσδόκιμο ζωής τα 68 χρόνια για τις γυναίκες και τα 61 χρόνια για τους άντρες. Το 40% του πληθυσμού της χώρας ζει στις πόλεις, από τις οποίες σημαντικότερες είναι (σε παρένθεση ο πληθυσμός το 1999, για περισσότερες πληροφορίες βλ. αντίστοιχα λήμματα) η πρωτεύουσα Τασκένδη (2.142.700), η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη πόλη της κεντρικής Ασίας και την τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της τέως ΕΣΣΔ, η Σαμαρκάνδη (362.300), η Ναμανγκάν (376.600), η Αντιζάν (323.900), και η Μπουχάρα (237.900).Η οικονομία του Ο. επλήγη κατά το ήττον από τη διάλυση της ΕΣΣΔ, το 1991, οπότε η χώρα ανέκτησε την ανεξαρτησία της. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η χώρα στηρίζεται σε δικές της ενεργειακές πηγές, ενώ η αγροτική παραγωγή καλύπτει μεγάλο μέρος των διατροφικών αναγκών των κατοίκων. Τα προβλήματα, ωστόσο, που δημιουργήθηκαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, κυρίως από τον περιορισμό των εμπορικών ανταλλαγών, επέδρασαν δυσμενώς και στο Ο. Το πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης της αγοράς και ιδιωτικοποιήσεων των κρατικών επιχειρήσεων υλοποιήθηκε με αργούς ρυθμούς, λόγω της πολιτικής που ακολούθησε η κυβέρνηση τα πρώτα χρόνια. Οι ρυθμοί, ωστόσο, αυξήθηκαν κατά τα επόμενα χρόνια και έτσι, μέχρι το 1995, πάνω από το 50% των εργαζομένων απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα. Μια σειρά κοινοπραξιών με ξένους επενδυτές απέδωσαν επίσης σημαντικά οφέλη και φαίνεται ότι η χώρα, η οποία διαθέτει αρκετές πρώτες ύλες, θα αναπτυχθεί χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Το 2002, το ΑΕΠ του Ο. ήταν 65.000 εκατ. δολάρια, ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας 3%, και το κατά κεφαλήν εισόδημα 2.500 δολάρια. Το 2001, ο πληθωρισμός ανερχόταν στο 26%. Ως προς τη σύνθεση του ΑΕΠ ανά τομέα της οικονομίας, το 2001 ο πρωτογενής τομέας (γεωργία) συνέβαλε κατά 36% στη δημιουργία του ΑΕΠ της χώρας, ο δευτερογενής (βιομηχανία) κατά 21% και ο τριτογενής τομέας (υπηρεσίες) κατά 43%. Το 1995, στον πρωτογενή τομέα απασχολείτο το 44% του εργατικού δυναμικού, στον δευτερογενή το 20% και στον τριτογενή το 36% του εργατικού δυναμικού. Το 1999, η ανεργία ανερχόταν στο 10% του εργατικού δυναμικού, ενώ επιπλέον το 20% του εργατικού δυναμικού τελούσε υπό καθεστώς υποαπασχόλησης.Το 40% του εδάφους του Ο. καλλιεργείται, ενώ το υπόλοιπο είναι στέπες και έρημοι. Η ύπαρξη δύο μεγάλων ποταμών βοηθά σημαντικά τις καλλιέργειες, αφού έχει δημιουργηθεί ένα καλό σύστημα άρδευσης. Η ιδιωτικοποίηση της γης, που άρχισε μετά τις αλλαγές, έχει προχωρήσει και η μετατροπή των 700 περίπου κρατικών συνεταιρισμών σε ιδιωτικές εταιρείες έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Το Ο. είναι μια από τις μεγαλύτερες βαμβακοπαραγωγούς χώρες του κόσμου, αλλά η εντατική μονοκαλλιέργεια του βαμβακιού κατά τη διάρκεια του σοβιετικού καθεστώτος είχε καταστρεπτικές συνέπειες στο περιβάλλον. Ωστόσο, παρά τη μετέπειτα αλλαγή κατεύθυνσης προς την παραγωγή τροφίμων, το βαμβάκι παραμένει ο κύριος οικονομικός πόρος για τη χώρα. Εκτός από το βαμβάκι καλλιεργούνται επίσης οπωροφόρα δέντρα, αμπέλια, λαχανικά και ρύζι. Το Ο., εξάλλου, είναι ο σημαντικότερος παραγωγός μεταξιού μεταξύ των χωρών της τέως ΕΣΣΔ. Όσον αφορά την κτηνοτροφία, αξιόλογες είναι οι εκτροφές βοοειδών, καμηλών, αλόγων, προβάτων καρακούλ και ζώων, όπως το οντάτρα, των οποίων η γούνα γίνεται αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης.Οι Ουζμπέκοι είναι απόγονοι νομαδικών μογγολικών φυλών που αναμείχθηκαν με τους αυτόχθονες κατοίκους της κεντρικής Ασίας κατά τον 13ο αι. Ο ρωσικός έλεγχος της περιοχής ολοκληρώθηκε όταν οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν το Xανάτο της Kοκάνδης, το 1876. Η σοβιετική εξουσία εγκαθιδρύθηκε πρώτη φορά σε τμήματα του Ο. τον Νοέμβριο του 1917. Μετά την αντίσταση που προέβαλαν οι τοπικές δυνάμεις, ο Λευκός Στρατός και το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα, η σοβιετική εξουσία αποκαταστάθηκε εκ νέου το 1919 και, το 1925, η Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Ο. έγινε συστατική δημοκρατία της Σοβιετικής Ένωσης. Κατά τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας, αναπτύχθηκε νέα γραπτή γλώσσα και οι εκστρατείες εξάλειψης του αναλφαβητισμού ανέβασαν το επίπεδο των εγγραμμάτων από το 4% το 1926 στο 52,5% το 1932. Ταυτόχρονα, σημειώθηκε σημαντική οικονομική ανάπτυξη, στο πλαίσιο των πενταετών σχεδίων οικονομικής ανάπτυξης, ωστόσο οι περισσότεροι Oυζμπέκοι συνέχισαν να ζουν την παραδοσιακή αγροτική ζωή. Η πολιτική της διαφάνειας και της περεστρόικα του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ δεν επηρέασε σημαντικά το Ο. Ωστόσο, ο Τύπος ανέκτησε μεγαλύτερη ελευθερία, πράγμα που επέτρεψε να συζητηθούν τα μεγάλα οικολογικά και οικονομικά προβλήματα που απασχολούσαν τους κατοίκους του Ο. Αυτά τα προβλήματα αποτέλεσαν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος του πρώτου μη κομμουνιστικού πολιτικού κινήματος Mπιρλίκ, το οποίο ιδρύθηκε το 1989 και έγινε γρήγορα ο κυριότερος αντίπαλος του κυβερνόντος Κομουνιστικού Κόμματος. Ωστόσο, το κίνημα αυτό δεν αναγνωρίστηκε επισήμως, και δεν έλαβε μέρος στις εκλογές του 1990. Οι υποψήφιοι του μοναδικού κόμματος εκλέχθηκαν χωρίς αντίπαλο και το νέο ανώτατο σοβιέτ εξέλεξε, τον Μάρτιο του 1990, τον Iσλάμ Kαρίμοφ, πρώην ηγέτη του KK, στη θέση του προέδρου της χώρας. Τον Απρίλιο του 1991, το Ο. συμφώνησε να υπογράψει τη νέα συνθήκη της ένωσης και, μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος κατά του Γκορμπατσόφ, το Ο. ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος και το Κομουνιστικό Κόμμα μετονομάστηκε σε Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα με ηγέτη πάντα τον Kαρίμοφ. Τον Δεκέμβριο του 1991, το Ο. προσχώρησε στην Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών και στις προεδρικές εκλογές ο Kαρίμοφ αναδείχθηκε νικητής, κερδίζοντας το 86% των ψήφων. Κατά τη διάρκεια του 1992, το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα παρέμεινε κυρίαρχο και η αυταρχική διακυβέρνηση της χώρας από τον Kαρίμοφ, με συλλήψεις και επιθέσεις εναντίον ηγετών της αντιπολίτευσης, προκάλεσε αντιδράσεις. Η κυβέρνηση, επικαλούμενη το παράδειγμα του γειτονικού Τατζικιστάν, απαγόρευσε τα θρησκευτικά κόμματα και τόνισε στο νέο σύνταγμα τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους. Ωστόσο, η καταπίεση των στελεχών της αντιπολίτευσης προκάλεσε σοβαρές επικρίσεις από διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως και οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Στις εκλογές του 1994, παρά τις υποσχέσεις της κυβέρνησης, δεν επιτράπηκε να λάβουν μέρος τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με αποτέλεσμα το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα μαζί με ένα προσκείμενο σε αυτό κόμμα να εξασφαλίσουν τη συντριπτική πλειοψηφία των εδρών. Στις αρχές του 1995, ο Kαρίμοφ ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση θα δεχόταν ευνοϊκά τη διαφοροποίηση των βουλευτών και τον σχηματισμό ομάδων στην εθνοσυνέλευση. Έτσι, σχηματίστηκαν νέα κόμματα με τους υπάρχοντες βουλευτές της εθνοσυνέλευσης. Με δημοψήφισμα που έγινε τον Μάρτιο του 1995, το 99,6% εκφράστηκε υπέρ της παράτασης της προεδρικής θητείας του Kαρίμοφ από το 1997 έως το 2000, ώστε να συμπέσει με τις βουλευτικές εκλογές. Το Ο., όπως και ορισμένες άλλες σοβιετικές δημοκρατίες, γνώρισε το 1989 εσωτερικές συγκρούσεις ανάμεσα στους Oυζμπέκους και στην τουρκόφωνη μειονότητα των Mεσκέτων. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ Ο. και Τουρκίας βελτιώθηκαν σημαντικά στα τέλη του 2000, όταν τον Οκτώβριο οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας και σύσφιξης των σχέσεών τους, στην οποία δεσμεύονταν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για την καταπολέμηση της διεθνούς εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας. Το 2000 και το 2001, διεθνείς οργανισμοί όπως η Διεθνής Αμνηστία, κατήγγειλαν τις συχνές εκτελέσεις κρατουμένων και την εφαρμογή βασανιστηρίων στο Ο. Ως απάντηση σε αυτές τις πιέσεις εκ μέρους της διεθνούς κοινότητας, ο πρόεδρος της χώρας ανήγγειλε, τον Αύγουστο του 2001, ότι έδινε αμνηστία σε περίπου 25.000 κρατούμενους στις φυλακές της χώρας. Το Ο. έγινε εκ νέου αντικείμενο δριμείων κριτικών εκ μέρους της διεθνούς κοινότητας, το 2002, όταν, μετά τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, αποφασίστηκε, με το 90% των ψήφων, η διεύρυνση της διάρκειας της προεδρικής θητείας από 5 σε 7 χρόνια, κάτι που στο εξωτερικό ερμηνεύτηκε ως άλλη μία επιβεβαίωση της απολυταρχικής εξουσίας του προέδρου Καρίμοφ.Σύμφωνα με το αρχείο ομογενειακών οργανώσεων, στο Ο. ζουν και εργάζονται 10.500 Έλληνες (2002).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κιργισία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κιργισίας Παλαιότερη ονομασία: Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Κιργισίας (1936 90) Έκταση: 198.500 τ. χλμ. Πληθυσμός: 4.822.166 (2001) Πρωτεύουσα: Μπισκέκ (762.308 κάτ. το 2001)Κράτος της κεντρικής Ασίας.… …   Dictionary of Greek

  • Καζακστάν — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Καζακστάν Παλαιότερη ονομασία: Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Καζακστάν (1925 91) Έκταση: 2.717.300 τ. χλμ. Πληθυσμός: 16.741.519 (2002) Πρωτεύουσα: Αστάνα (319.300 κάτ. το 1999)Κράτος της κεντρικής Ασίας.… …   Dictionary of Greek

  • Μπουχάρα — Πόλη (περ. 236.000 κάτ.), πρωτεύουσα της ομώνυμης περιοχής του Ουζμπεκιστάν. Η Μ. ιδρύθηκε τον 1o αι. μ.Χ. Το 709, που κατακτήθηκε από του Άραβες, ήταν κιόλας σημαντικό εμπορο βιοτεχνικό και πολιτιστικό κέντρο της Ασίας. Από τον 9o έως το 10o αι …   Dictionary of Greek

  • παλαιοασιατικές γλώσσες — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζεται μία ομάδα γλωσσών (που ονομάζονται επίσης υπερβόρειες ή παλαιοσιβηρικές). Xρησιμοποιούνται στη βορειανατολική Ασία, σε εδάφη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και σε τμήμα του Ουζμπεκιστάν. Η υπαγωγή των γλωσσών αυτών… …   Dictionary of Greek

  • Σαμαρκάνδη — Πόλη (366 000 κάτ.), στην Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (127 200 τ. χλμ., 2 778 000 κάτ.). Βρίσκεται στα αριστερά του ποταμού Ζεραφσάν, σε μια εκτεταμένη και εύφορη κοιλάδα που ορίζεται στα Β από τα ανάγλυφα του …   Dictionary of Greek

  • Ουζμπέκος — θηλ. α ο κάτοικος τού Ουζμπεκιστάν, ο καταγόμενος από το Ουζμπεκιστάν …   Dictionary of Greek

  • Αφγανιστάν — Κράτος της νοτιοκεντρικής Ασίας.Συνορεύει στα Β με το Τουρκμενιστάν (ΒΔ), το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν (ΒΑ) και την Κίνα (ΒΑ), στα Α και Ν με το Πακιστάν και στα Δ με το Ιράν.Το Α. βρίσκεται στο κέντρο της αχανούς νότιας Ασίας, ανάμεσα σε μια… …   Dictionary of Greek

  • Καρακαλπακστάν — (Karakalpakstan). Αυτόνομη δημοκρατία (164.900 τ. χλμ., 1.666.300 κάτ. το 2003) του Ουζμπεκιστάν. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας και βρέχεται στα βόρεια από τη λίμνη Αράλη. Η έκτασή της καλύπτει επιφάνεια που υπερβαίνει το ένα τρίτο …   Dictionary of Greek

  • Σιρ Νταριά — (ο αρχαίος Ιαξάρτης). Ποταμός της Σοβιετικής κεντρικής Ασίας που έχει συνολικό μήκος 2.922 χλμ. (από τις πηγές του Ναρίν) και χύνεται στη λίμνη Αράλη. Σχηματίζεται στην Κοιλάδα της Φεργκάνας από τη συμβολή του Κάρα Νταριά και του Ναρίν και από το …   Dictionary of Greek

  • Σοβιετική Ένωση Ιστορία — Η ιστορία του σοβιετικού κράτους αρχίζει με τη «μεγάλη οκτωβριανή επανάσταση», όπως πέρασε ήδη στην παγκόσμια ιστορία το εγχείρημα που κορυφώθηκε στα τέλη Οκτωβρίου του 1917 και έθεσε τις βάσεις για την ίδρυση του σοβιετικού κράτους και το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.